Διάγνωση Οξέος Εμφράγματος Μυοκαρδίου
Η ταχεία και ακριβής διάγνωση του εμφράγματος είναι καθοριστική για την επιβίωση και την πρόγνωση του ασθενή.
Κλινική Εικόνα: Οπισθοστερνικός Πόνος
Το έμφραγμα χαρακτηρίζεται από έντονο, αιφνίδιο οπισθοστερνικό πόνο που δεν υποχωρεί με την ανάπαυση ή τα νιτρώδη. Συχνά περιγράφεται ως αφόρητο βάρος, σφίξιμο ή κάψιμο στο στήθος.
Ο πόνος μπορεί να αντανακλά:
- Στον αριστερό ώμο και το χέρι (εσωτερική πλευρά)
- Στον τράχηλο και την κάτω γνάθο
- Στην περιοχή του επιγαστρίου (στομάχι)
Στις πιο σοβερές μορφές το έμφραγμα συνοδεύεται και από κυκλοφορική κατάρριψη πού χαρακτηρίζεται από δέρμα ψυχρό και ιδρωμένο με χρώμα γαιώδες, από σφυγμό συχνό και νηματοειδή και από βαριά γενική κατάσταση. Ο άρρωστος παρουσιάζει ολιγουρία και τέλος ανουρία.
Σε έναν ορισμένο αριθμό αρρώστων μπορεί να παρατηρηθεί παροδική περικαρδίτις.
Μία ελαφρά ανύψωση του πυρετού, γύρω στους 38ο C περίπου, μπορεί να εμφανιστεί τις πρώτες 2 - 3 ημέρες τις νόσου και υποχωρεί αυτόματα.
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ)
Είναι η πρώτη παρακλινική μέθοδος. Το χαρακτηριστικό εύρημα είναι η ανάσπαση του ST διαστήματος τις πρώτες ώρες, ακολουθούμενη από τη δημιουργία κυμάτων Q νέκρωσης.
Εντοπισμός ανάλογα με τις απαγωγές
Καρδιακά Ένζυμα
Τροπονίνη I & T
Αποτελούν τους πλέον ευαίσθητους και ειδικούς δείκτες. Η αύξησή τους επιβεβαιώνει τη μυοκαρδιακή νέκρωση, ακόμη και 15 ημέρες μετά το επεισόδιο.
CK-MB
Αυξάνεται 4-6 ώρες μετά την έναρξη, κορυφώνεται στις 24 ώρες και υποχωρεί σε 3-4 ημέρες. Λιγότερο ειδική από την τροπονίνη.
Από το μυοκάρδιο που υφίσταται νέκρωση απελευθερώνονται ένζυμα. Έτσι στο περιφερικό αίμα μπορεί να βρεθεί αύξηση των ένζυμων του μυοκαρδίου. Τα ένζυμα που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι η καρδιακή τροπονίνη (CTNI), η κρεατινοφωσφοκινάση (CK) και ιδιαίτερα το μυοκαρδιακό κλάσμα της MB (CK-MB), η οξαλοξεική (SGOT) και γλουταμινική (SGPT) τρανσαμινάση και η γαλακτική δεϋδρογενάση (LDH).
Η καρδιακή τροπονίνη Τ και Ι και η καρδιακή CK-MB είναι τα πιο ευαίσθητα και ειδικά ένζυμα για τη διάγνωση του εμφράγματος. Τα υπόλοιπα ένζυμα δεν χρησιμοποιούνται.
Τα επίπεδα της CK-ΜΒ συνεχώς αυξανόμενα εμφανίζονται 4-6 ώρες μετά την έναρξη της νέκρωσης, με κορύφωση μετά 24 ώρες και προοδευτική μείωση τις επόμενες 3-4 ημέρες. Η αξία της όμως κλονίζεται από το γεγονός ότι δεν έχει πολύ υψηλή ειδικότητα και μπορεί να βρεθεί και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις.
Για τους λόγους αυτούς σήμερα χρησιμοποιούνται μόνο οι καρδιακές τροπονίνες και μόνο η I, που είναι ένζυμα που προέρχονται μόνο από τη καρδιά και ως εκ τούτου έχουν υψηλή ειδικότητα. Η παρουσία τους μπορεί να διαπιστωθεί ακόμη και 15 ημέρες μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου και ανευρίσκονται ακόμη και επί επαναιμάτωσης μετά θρομβόλυση του νεκρωθέντος τμήματος.
Αν μετά από οκτάωρη παρατήρηση δεν επισημανθούν αυξήσεις ενζύμων και δεν υπάρχουν ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές με πιθανότητα 99% δεν υπάρχει έμφραγμα μυοκαρδίου.
Άλλες Τεχνικές
Τη διάγνωση υποβοηθάει το υπερηχοκαρδιογράφημα που αποκαλύπτει ανωμαλίες κινήσεως του τοιχώματος και επιπλοκές όπως η ανεπάρκεια μιτροειδούς.
Τούτο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο παρουσία αποκλεισμού του αριστερού σκέλους όπου το ηλεκτροκαρδιογράφημα είναι μικρής αξιοπιστίας. Η έρευνα με Doppler βοηθά στον εντοπισμό ανωμαλιών όπως η ανεπάρκεια της μιτροειδούς ή η μεσοκοιλιακή επικοινωνία.
Η πυρηνική καρδιολογία είναι σε αυτή την περίπτωση μικρής χρησιμότητας.
Προειδοποιητικά Σημεία
Πολλοί ασθενείς αναφέρουν πρόδρομα ενοχλήματα ακόμη και μέρες πριν το έμφραγμα:
- Πλάκωμα ή σφίξιμο στο στήθος ("χταπόδι").
- Πόνος που "χτυπάει" στην πλάτη ή συνδυάζεται με μούδιασμα στο αριστερό χέρι.
- Ενοχλήματα στο λαιμό, την κάτω γνάθο ή το στομάχι.
Ανώδυνο Έμφραγμα Μυοκαρδίου
Περίπου το 34% των οξέων εμφραγμάτων δεν συνοδεύεται από αναγνωρίσιμο πόνο. Το φαινόμενο αυτό είναι συχνότερο σε:
- Διαβητικούς και υπερτασικούς ασθενείς.
- Άτομα μεγάλης ηλικίας (ειδικά στους άνδρες).
- Ασθενείς που είχαν προηγούμενα στηθαγχικά επεισόδια.